Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Δημοτικά έργα: από τους «παγωμένους» συντελεστές στην ψηφιακή πιστοποίηση



"Χωρίς πραγματική αναθεώρηση τιμών δεν υπάρχει υγιής ανταγωνισμός. Χωρίς αυτοματοποιημένο έλεγχο ΑΠΕ και λογαριασμών δεν υπάρχει δημοσιονομική ασφάλεια για τους δήμους."

Στα δημοτικά έργα η δημόσια συζήτηση περιορίζεται συνήθως στις καθυστερήσεις, στις παρατάσεις και στην ημερομηνία ολοκλήρωσης. Σπάνια συζητούμε έναν λιγότερο ορατό, αλλά απολύτως κρίσιμο παράγοντα: τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται, ελέγχεται και πληρώνεται η μεταβολή του κόστους κατά την εκτέλεση μιας σύμβασης.

Και όμως, πίσω από κάθε εργοτάξιο υπάρχουν υλικά, καύσιμα, ενέργεια, ημερομίσθια, μισθώματα μηχανημάτων και μεταφορικά κόστη που αλλάζουν. Όταν το κράτος δεν αποτυπώνει έγκαιρα αυτές τις μεταβολές, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται στους δήμους, στους αναδόχους και, τελικά, στους πολίτες.

Δεν ανακαλύπτω την Αμερική, το ζήτημα έχει τεθεί επανειλημμένα στην Πολιτεία, από τις ενώσεις των εργοληπτικών εταιρειών.Από την εμπειρία μου στην παρακολούθηση δημοτικών έργων, θεωρώ ότι η εκκρεμότητα αυτή έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πλέον ζήτημα υγιούς ανταγωνισμού, διαφάνειας και δημοσιονομικής ασφάλειας.

Αναθεώρηση δεν σημαίνει «δώρο» στον ανάδοχο

Η αναθεώρηση των τιμών δεν είναι πρόσθετο εργολαβικό όφελος ούτε ένας εύκολος τρόπος αύξησης της σύμβασης. Είναι ο θεσμοθετημένος μηχανισμός με τον οποίο η αξία των εργασιών προσαρμόζεται στις πραγματικές μεταβολές του κόστους κατά τον χρόνο εκτέλεσής τους.

Γι’ αυτό, σε κάθε Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών  διακρίνεται καθαρά το κονδύλι της αναθεώρησης από τις μεταβολές των ποσοτήτων του φυσικού αντικειμένου.

Έργα του 2026 με τιμές αναφοράς του 2021 και του 2022

Το ισχύον σύστημα υπολογίζει την αναθεώρηση ανά ημερολογιακό τρίμηνο, χωρίς όμως να τροφοδοτείται σταθερά με νέους συντελεστές που να αποτυπώνουν την αγορά κάθε τριμήνου. Οι τελευταίες ευρείες κανονιστικές παρεμβάσεις βασίστηκαν σε πίνακες του 2021 και του Α΄ τριμήνου του 2022.

Τον Μάρτιο του 2026, με το άρθρο 113 του ν. 5290/2026, οι προσωρινοί αυτοί συντελεστές κατέστησαν οριστικοί για τα τρίμηνα στα οποία είχαν ήδη εφαρμοστεί και προβλέφθηκε να χρησιμοποιούνται και για τα επόμενα τρίμηνα, μέχρι να λειτουργήσει το Ενιαίο Σύστημα Τεχνικών Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών (ΕΣΤΕΠ-ΤΙΜ-ΤΕΜ) του άρθρου 170 του ν. 4412/2016.

Η ρύθμιση αντιμετώπισε μια νομική εκκρεμότητα και επέτρεψε να προχωρήσουν υπολογισμοί και πληρωμές. Ήταν μια αναγκαία μεταβατική διευθέτηση, όχι μια μόνιμη και δομική λύση. Το ουσιαστικό πρόβλημα παραμένει: το 2026 συνεχίζουμε να υπολογίζουμε τη μεταβολή του κόστους με συντελεστές που δεν παρακολουθούν συστηματικά τη σημερινή αγορά.

Αυτό δημιουργεί τέσσερις σοβαρές στρεβλώσεις.

Οι υποψήφιοι ανάδοχοι γνωρίζουν ότι υπάρχει θεσμικός μηχανισμός αναθεώρησης, δεν γνωρίζουν όμως αν και πότε οι εφαρμοζόμενοι συντελεστές θα αποτυπώσουν την πραγματική μεταβολή της αγοράς. Οι συνεπείς επιχειρήσεις ενσωματώνουν στην προσφορά τους ένα πρόσθετο ασφάλιστρο κινδύνου. Άλλες επιλέγουν υπερβολικά χαμηλές προσφορές, προσδοκώντας ότι το πρόβλημα θα λυθεί αργότερα. Έτσι, ο ανταγωνισμός δεν γίνεται μόνο στην παραγωγικότητα και στην οργάνωση, αλλά και στην ικανότητα κάθε εταιρείας να αντέξει ή να μετακυλίσει την αβεβαιότητα.

Οι μικρότερες και υγιείς τεχνικές επιχειρήσεις βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση. Δεν διαθέτουν πάντα την ίδια χρηματοδοτική αντοχή για να προχρηματοδοτούν επί μήνες ή χρόνια αυξήσεις υλικών και καθυστερημένες αναθεωρήσεις. Το αποτέλεσμα είναι λιγότεροι πραγματικοί ανταγωνιστές και μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγοράς.

Οι δήμοι δεν μπορούν να εκτιμήσουν έγκαιρα το τελικό κόστος των έργων τους. Εγκρίνουν χρηματοδοτήσεις και αναλαμβάνουν δεσμεύσεις με μια εικόνα που μπορεί να αποδειχθεί ελλιπής. Αργότερα εμφανίζονται πρόσθετες ανάγκες πιστώσεων μέσω ΑΠΕ και λογαριασμών, όταν πλέον τα περιθώρια του προϋπολογισμού είναι στενά.

Οι τεχνικές και οικονομικές υπηρεσίες αναγκάζονται να επαναλαμβάνουν χειροκίνητους ελέγχους, να αναζητούν αντιστοιχίσεις με «ομοειδή» άρθρα και να διαχειρίζονται διαφορετικές ερμηνείες. Το ίδιο ζήτημα μπορεί να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από δήμο σε δήμο. Αυτό δεν είναι ασφάλεια δικαίου ούτε ενιαία διοίκηση.

Αυτόματοι συντελεστές αναθεώρησης ανά τρίμηνο

Η χώρα έχει ήδη θεσμοθετήσει το ΕΣΤΕΠ-ΤΙΜ-ΤΕΜ και το Ηλεκτρονικό Σύστημα Προσδιορισμού Κόστους Συντελεστών Παραγωγής Τεχνικών Έργων, με Παρατηρητήριο Τιμών, σύστημα αναλύσεων τιμών και ενιαίες τεχνικές προδιαγραφές. Αυτό που λείπει είναι η πλήρης λειτουργία τους.

Χρειάζεται, με ευθύνη του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, να τεθούν σε πλήρη λειτουργία τα ήδη θεσμοθετημένα συστήματα, ώστε να συλλέγουν διαρκώς αξιόπιστα στοιχεία για τα υλικά, την εργασία, την ενέργεια, τις μεταφορές και τα μηχανήματα από επίσημες και ελέγξιμες πηγές.

Το σύστημα δεν θα καθορίζει διοικητικά τις τιμές της αγοράς. Θα τις παρατηρεί, θα τις επεξεργάζεται με διαφανή μεθοδολογία και θα τις μετατρέπει σε γενικούς, εκ των προτέρων γνωστούς κανόνες αναθεώρησης.

Κάθε συντελεστής πρέπει να συνοδεύεται από πλήρες ίχνος υπολογισμού: πηγές δεδομένων, ημερομηνία αναφοράς, στάθμιση και τυχόν διορθώσεις. Όχι άλλες έκτακτες αποφάσεις ύστερα από μήνες ή χρόνια. Όχι άλλες προσωρινές λύσεις που μετατρέπονται σε μόνιμες.

Με αυτόν τον τρόπο, όλοι θα γνωρίζουν τους κανόνες πριν υποβάλουν προσφορά και θα εφαρμόζουν τα ίδια δεδομένα κατά την εκτέλεση. Οι προσφορές θα γίνουν πιο συγκρίσιμες, οι αδικαιολόγητες εκπτώσεις θα περιοριστούν και οι δήμοι θα μπορούν να προβλέπουν ρεαλιστικότερα τις μελλοντικές τους υποχρεώσεις.

Ψηφιακός Κόμβος Δημοτικών Έργων

Η έκδοση σύγχρονων συντελεστών είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα δεύτερο βήμα, ειδικά για την Τοπική Αυτοδιοίκηση: η δημιουργία από το Υπουργείο Εσωτερικών ενός ενιαίου Ψηφιακού Κόμβου Ελέγχου Δημοτικών Έργων.

Στον κόμβο αυτό θα υποβάλλονται σε δομημένη ψηφιακή μορφή η σύμβαση, οι εγκεκριμένες επιμετρήσεις, οι ΑΠΕ, τα πρωτόκολλα νέων τιμών και οι λογαριασμοί. Το σύστημα θα διασυνδέεται με το ΕΣΗΔΗΣ, το ΚΗΜΔΗΣ, τη Διαύγεια, το Μητρώο Έργου και τα οικονομικά συστήματα των δήμων, ώστε τα ίδια στοιχεία να μην πληκτρολογούνται ξανά και ξανά.

Ο αυτοματοποιημένος έλεγχος θα επαληθεύει, μεταξύ άλλων:

•     την αριθμητική συμφωνία των ποσοτήτων και των δαπανών με τις εγκεκριμένες επιμετρήσεις και τον προηγούμενο λογαριασμό,

•     την ορθή εφαρμογή της έκπτωσης, του εργολαβικού οφέλους, των απροβλέπτων, του ΦΠΑ και των κρατήσεων,

•     τον υπολογισμό της αναθεώρησης ανά εργασία και ανά τρίμηνο,

•     την ύπαρξη των απαιτούμενων εγκρίσεων για νέες τιμές, επί έλασσον δαπάνες, πρόσθετες ποσότητες ή συμπληρωματικές εργασίες,

•     τη συμβατότητα του ΑΠΕ με τα εγκεκριμένα όρια και τη διαθέσιμη πίστωση,

•     τον εντοπισμό διπλοεγγραφών, υπερβάσεων και ασυνεπειών μεταξύ ΑΠΕ, επιμετρήσεων και λογαριασμού.

Εφόσον οι έλεγχοι ολοκληρώνονται χωρίς ασυμφωνίες, το σύστημα θα εκδίδει ένα «Ψηφιακό Πιστοποιητικό Κανονικότητας Δαπάνης Δημοτικού Έργου». Με το πιστοποιητικό αυτό θα μπορούν να προχωρούν αμέσως τα επόμενα στάδια της πληρωμής, χωρίς επανάληψη των ίδιων τυπικών και αριθμητικών ελέγχων από διαφορετικές υπηρεσίες.

Το πιστοποιητικό δεν θα υποκαθιστά την έγκριση του ΑΠΕ, την πιστοποίηση του λογαριασμού ή τις νόμιμες αρμοδιότητες της διευθύνουσας υπηρεσίας και των αποφαινόμενων οργάνων. Θα πιστοποιεί την πληρότητα, την αριθμητική ορθότητα και τη δημοσιονομική συνέπεια του φακέλου, ώστε η διαδικασία να προχωρά χωρίς επανάληψη των ίδιων ελέγχων.

Όταν εντοπίζεται πρόβλημα, ο φάκελος δεν θα επιστρέφεται με μια γενική παρατήρηση. Το σύστημα θα υποδεικνύει συγκεκριμένα το άρθρο, την ποσότητα, τον υπολογισμό ή την έγκριση που λείπει. Οι περιπτώσεις ουσιαστικής τεχνικής ή νομικής κρίσης θα παραπέμπονται στον αρμόδιο μηχανικό, στην υπηρεσία ή στο τεχνικό συμβούλιο.

Η αυτοματοποίηση θα βοηθά τη διοίκηση, δεν θα αποφασίζει στη θέση της. Δεν μπορεί ένα λογισμικό να κρίνει αν μια εργασία ήταν πραγματικά απρόβλεπτη ή αν μια μεταβολή αλλοιώνει το βασικό σχέδιο του έργου. Μπορεί, όμως, να εξασφαλίσει ότι όλοι αποφασίζουν πάνω στα ίδια, πλήρη και αριθμητικά ορθά δεδομένα. Μπορεί επίσης να δημιουργήσει ένα αδιάλειπτο ψηφιακό ίχνος: ποιος υπέβαλε, ποιος έλεγξε, τι άλλαξε, ποιος ενέκρινε και πότε.

Διαφάνεια, ταχύτητα και δημοσιονομική ασφάλεια μαζί

Σήμερα οι δήμοι καλούνται να υλοποιήσουν περισσότερα και πιο σύνθετα έργα, συχνά με υποστελεχωμένες τεχνικές υπηρεσίες και αυστηρές προθεσμίες χρηματοδότησης. Δεν είναι λογικό κάθε δήμος να αναπτύσσει τη δική του πρακτική για τους ίδιους υπολογισμούς ούτε κάθε υπηρεσία να ανακαλύπτει από την αρχή τα ίδια λάθη.

Ένα ενιαίο σύστημα θα δώσει στο Υπουργείο Εσωτερικών πραγματική εικόνα για την πορεία των δημοτικών έργων: συμβατικό αντικείμενο, φυσική και οικονομική πρόοδο, αναθεωρήσεις, εκκρεμείς λογαριασμούς, πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης και κινδύνους καθυστέρησης. Έτσι, η δημοσιονομική εποπτεία δεν θα ασκείται εκ των υστέρων, όταν το πρόβλημα έχει ήδη δημιουργηθεί, αλλά έγκαιρα και προληπτικά.

Με την έκδοση κάθε νέου τριμηνιαίου συντελεστή, το σύστημα θα επανυπολογίζει αυτόματα την εκτιμώμενη συνολική δαπάνη αναθεώρησης κάθε ενεργής δημοτικής σύμβασης. Ο δήμος και το Υπουργείο Εσωτερικών θα γνωρίζουν έτσι εγκαίρως τις πρόσθετες ανάγκες χρηματοδότησης, πριν αυτές εμφανιστούν αιφνιδιαστικά σε έναν ΑΠΕ ή σε έναν λογαριασμό.

Παράλληλα, οι ανάδοχοι θα πληρώνονται ταχύτερα για εργασίες που έχουν πράγματι εκτελεστεί και ελεγχθεί. Οι υπηρεσίες θα απαλλαγούν από μεγάλο μέρος της επαναλαμβανόμενης γραφειοκρατίας. Και οι πολίτες θα μπορούν να γνωρίζουν, σε βασικό επίπεδο, όχι μόνο πόσο συμβασιοποιήθηκε ένα έργο, αλλά και πώς διαμορφώνεται το πραγματικό του κόστος.

Η συζήτηση για τα δημοτικά έργα δεν μπορεί να εξαντλείται στις μακέτες και στις ημερομηνίες εγκαινίων. Σημασία δεν έχει μόνο ο απολογισμός όσων γίνονται, αλλά και ο καταλογισμός του χρόνου και των πόρων που χάνονται εξαιτίας ενός συστήματος το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί με καθυστερημένα δεδομένα και χειροκίνητους ελέγχους.

Τα ζητούμενα είναι συγκεκριμένα: πλήρης λειτουργία των ήδη θεσμοθετημένων συστημάτων του Υπουργείου Υποδομών για την έκδοση επικαιροποιημένων συντελεστών αναθεώρησης κάθε τρίμηνο και, ως νέα πρόταση, αυτοματοποιημένος έλεγχος ΑΠΕ και λογαριασμών των δημοτικών έργων, από έναν Ψηφιακό Κόμβο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Κανόνες γνωστοί πριν από τον διαγωνισμό. Πραγματικές τιμές κατά την εκτέλεση. Ενιαίος έλεγχος πριν από την πληρωμή. Πλήρης διαφάνεια μετά την πληρωμή.

Υπάρχει καλύτερος τρόπος.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Ανάπλαση ΔΕΘ: Η εγγύηση βρίσκεται στους όρους, όχι στα 99 χρόνια.

Μελέτησα την εισήγηση και το αναθεωρημένο σχέδιο συμβολαιογραφικής πράξης για τη δωρεάν παραχώρηση στη ΔΕΘ–HELEXPO, για 99 χρόνια από την υπογραφή, της χρήσης οκτώ τμημάτων δημοτικών ακινήτων, από επτά ΚΑΕΚ, συνολικού εμβαδού 12.361,29 τ.μ.

Η δημοτική αρχή παρουσιάζει την 99ετή παραχώρηση ως νομική κατοχύρωση μιας μεγάλης επιτυχίας. Ας είμαστε, όμως, ακριβείς:

Το σχέδιο δεν μεταβιβάζει την κυριότητα, αλλά παραχωρεί δωρεάν τη χρήση της δημοτικής γης για 99 χρόνια από την υπογραφή, δηλαδή εφόσον υπογραφεί εντός του 2026, πρακτικά έως το 2125. Πρόκειται για δέσμευση που θα ισχύει για σχεδόν τέσσερις γενιές.

Το ίδιο το σχέδιο χαρακτηρίζει την ανάπλαση δημόσιο έργο με κρατική χρηματοδότηση, το οποίο θα κατασκευαστεί με τη διαδικασία της μελετοκατασκευής και όχι με παραχώρηση έργου σε ιδιώτη.

Δεν αμφισβητείται ότι για τη μελέτη, την αδειοδότηση και την κατασκευή απαιτείται νόμιμη διάθεση της δημοτικής γης.

Το σχέδιο δηλώνει ότι η δωρεάν παραχώρηση είναι αναγκαία. Δεν περιλαμβάνει, όμως, ειδική τεχνική, χρηματοδοτική ή λειτουργική τεκμηρίωση που να εξηγεί γιατί η αναγκαία διάρκεια είναι ακριβώς 99 χρόνια και γιατί δεν μπορεί να επιλεγεί μικρότερη διάρκεια, με δυνατότητα ανανέωσης.

Άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 548 του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιτρέπει την παραχώρηση για ορισμένο χρόνο. Δεν επιβάλλει τα 99 χρόνια.

Το σχέδιο περιλαμβάνει πραγματικές και θετικές διασφαλίσεις: περιορισμό της χρήσης στον συμφωνημένο σκοπό, ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών όλον τον χρόνο, ανάληψη από τη ΔΕΘ του κόστους συντήρησης, λειτουργίας και φύλαξης, καθώς και ισχυρό μηχανισμό αυτοδίκαιης επιστροφής της χρήσης στον Δήμο εάν δεν εκπληρωθούν οι προβλεπόμενοι όροι.

Οι διασφαλίσεις αυτές πρέπει να διατηρηθούν. Δεν απαντούν, όμως, στο βασικό ερώτημα:

Γιατί 99 χρόνια;

Τα 99 χρόνια δεν αποτελούν από μόνα τους εγγύηση. Αποτελούν τη διάρκεια της δέσμευσης.

Πριν από την οριστική έγκριση απαιτούνται:

– πλήρης και ανεξάρτητη τεκμηρίωση της επιλογής της 99ετίας, αποτίμηση του παραχωρούμενου δικαιώματος και σύγκριση με μικρότερη αρχική διάρκεια και δυνατότητα ανανέωσης,

– συγκεκριμένα και μετρήσιμα χρονοδιαγράμματα για την ολοκλήρωση της τροποποίησης του ΕΠΣ, τη δημοπράτηση, την έναρξη και την ολοκλήρωση του έργου, αντί της αόριστης αναφοράς στον «ευλόγως απαιτούμενο χρόνο»,

– διατήρηση της ήδη προβλεπόμενης αυτοδίκαιης επιστροφής, αλλά σύνδεσή της με σαφή ορόσημα, προκαθορισμένες συνέπειες μη τήρησης και συγκεκριμένες οικονομικές ρήτρες,

– υπογεγραμμένη αποτύπωση, ανά στάθμη, των υπέργειων και υπόγειων χρήσεων πάνω σε κάθε δημοτικό ΚΑΕΚ, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια αν και σε ποιον βαθμό τα δημοτικά τμήματα επηρεάζονται από εκθεσιακά κτίρια ή από τις προβλεπόμενες υπόγειες θέσεις στάθμευσης,

– δεσμευτικός Κανονισμός Λειτουργίας με συγκεκριμένο ωράριο, σαφείς εξαιρέσεις, ανώτατα όρια σε ενδεχόμενους περιορισμούς πρόσβασης και υποχρέωση έγκαιρης ενημέρωσης των πολιτών,

– ρητή απαγόρευση εκχώρησης, υποπαραχώρησης, μίσθωσης ή επιβάρυνσης των δικαιωμάτων που παρέχονται χωρίς προηγούμενη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου,

– περιοδικός δημόσιος έλεγχος της τήρησης των όρων, καθώς και ειδική γνωμοδότηση για τη συμβατότητα της συμφωνίας με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

Υπάρχει, επίσης, ένα σοβαρό ιδιοκτησιακό ζήτημα που δεν μπορεί να μείνει στη σφαίρα των έμμεσων αναφορών.

Το ανυπόγραφο σχέδιο περιγράφει τις εκτάσεις ως δημοτικά ακίνητα. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με ρητή και ανεπιφύλακτη επίλυση της παλαιάς ιδιοκτησιακής διαφοράς μεταξύ Δήμου και ΔΕΘ.

Στον φάκελο που τέθηκε υπόψη μας δεν έχουν συμπληρωθεί ούτε επισυναφθεί οι αριθμημένες αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων της ΔΕΘ–HELEXPO και της ΕΕΣΥΠ που να εγκρίνουν το ίδιο ακριβώς αναθεωρημένο κείμενο.

Πριν από την υπογραφή πρέπει να προσκομιστεί απόφαση του Δ.Σ. της ΔΕΘ–HELEXPO η οποία, εκτός από την αυτούσια έγκριση της τελικής πράξης, θα περιλαμβάνει ρητή, ανεπιφύλακτη και αμετάκλητη αναγνώριση της πλήρους κυριότητας του Δήμου επί των ακριβώς προσδιορισμένων εκτάσεων και παραίτηση από κάθε αντίθετο ιδιοκτησιακό ισχυρισμό, ένσταση ή αξίωση.

Εφόσον η παλαιά δικαστική διαφορά εξακολουθεί να εκκρεμεί, απαιτείται επικαιροποιημένη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας και η κατάλληλη δικονομική πράξη για την οριστική περάτωσή της.

Η παραίτηση από «ρυμοτομικές αξιώσεις» που ήδη περιλαμβάνεται στο σχέδιο αφορά διαφορετικό ζήτημα και δεν συνιστά παραίτηση από ιδιοκτησιακή διεκδίκηση.

Υπάρχει συγκεκριμένη εναλλακτική λύση:

Πρώτον, να παρασχεθεί ειδικό και χρονικά περιορισμένο δικαίωμα για τις μελέτες, τις άδειες και την κατασκευή, συνδεδεμένο με συγκεκριμένα ορόσημα και την παράδοση του έργου.

Δεύτερον, μετά την ολοκλήρωσή του, να συναφθεί χωριστή συμφωνία για τη λειτουργία, τη συντήρηση και τη δημόσια πρόσβαση, για την ελάχιστη διάρκεια που θα αποδεικνύεται αντικειμενικά αναγκαία.

Κάθε ανανέωση να προϋποθέτει δημόσιο απολογισμό της εφαρμογής των όρων και νέα απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Με άλλα λόγια: να δεσμευτεί ο Δήμος όσο χρειάζεται το έργο, όχι περισσότερο από όσο αποδεικνύεται ότι χρειάζεται.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει το έργο. Είναι με ποιους όρους η Θεσσαλονίκη δεσμεύει τη δημοτική της περιουσία για 99 χρόνια.

Η θεσμικά ορθή επιλογή είναι η επιστροφή του σχεδίου στις αρμόδιες υπηρεσίες, η συμπλήρωση των ελλείψεων και η επανυποβολή του στο Δημοτικό Συμβούλιο ως ολοκληρωμένου και πλήρως τεκμηριωμένου κειμένου. Κάθε ουσιώδης μεταβολή του πρέπει να επανέρχεται για νέα έγκριση.

Υπεύθυνη αντιπολίτευση δεν είναι ούτε η άκριτη αποδοχή ούτε η αυτόματη απόρριψη. Είναι ο ουσιαστικός έλεγχος, η τεκμηρίωση και η κατάθεση εφαρμόσιμης εναλλακτικής πριν ληφθούν αποφάσεις που δεσμεύουν το μέλλον της πόλης.

Η δημοτική περιουσία δεν ανήκει στην εκάστοτε διοίκηση. Ανήκει στη Θεσσαλονίκη και στις επόμενες γενιές.

99 χρόνια δεν είναι εγγύηση. Είναι διάρκεια που πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία.

Υπάρχει Καλύτερος Τρόπος.

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Δεκατέσσερις προτάσεις για μια σύγχρονη διοίκηση δημοσίων έργων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση

 Μέρος πρώτο: Η ωρίμανση και η διοίκηση των έργων


Όπως προανήγγειλα, επανέρχομαι σήμερα στο ερώτημα πώς μπορούν να οργανωθούν οι τεχνικές υπηρεσίες ενός σύγχρονου Δήμου.

Χρειάζεται, όμως, από την αρχή μία σημαντική διευκρίνιση.

Το σημερινό άρθρο δεν αφορά το σύνολο των τεχνικών λειτουργιών ενός Δήμου. Δεν εξετάζει τις καθημερινές εργασίες συντήρησης, τα δημοτικά συνεργεία, την αυτεπιστασία, τις άμεσες επεμβάσεις στον δημόσιο χώρο, τη φροντίδα των σχολείων και των δημοτικών κτιρίων ή την αντιμετώπιση επειγουσών βλαβών.

Αυτές είναι κρίσιμες λειτουργίες, πολλές από τις οποίες ο Δήμος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκτελεί με δικό του προσωπικό, εξοπλισμό και οργάνωση. Θα αποτελέσουν το αντικείμενο επόμενου άρθρου.

Σήμερα επικεντρώνομαι κυρίως σε μία διαφορετική αλυσίδα:

στην επιλογή, την ωρίμανση, τη μελέτη, τη δημοπράτηση, τη διοίκηση, την παρακολούθηση και την επίβλεψη των τεχνικών έργων.

Ένα έργο δεν αρχίζει όταν εγκαθίσταται ο εργολάβος.

Αρχίζει όταν προσδιορίζεται σωστά η ανάγκη, εξετάζονται οι εναλλακτικές λύσεις, επιλύονται τα ιδιοκτησιακά ζητήματα, ολοκληρώνονται οι έρευνες και οι μελέτες, εκδίδονται οι απαιτούμενες άδειες, συντονίζονται τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση και συγκροτείται ένας πλήρης και αξιόπιστος φάκελος δημοπράτησης.

Και δεν τελειώνει με τα εγκαίνια.

Τελειώνει όταν παραδοθούν τα σχέδια «ως κατασκευάστηκε», καταχωριστεί η νέα υποδομή στο μητρώο του Δήμου, καθοριστεί ποιος θα τη λειτουργεί και εξασφαλιστούν οι πόροι για τη συντήρησή της.

Η οργάνωση ολόκληρου αυτού του κύκλου καθορίζει αν ένας Δήμος μπορεί πραγματικά να μετατρέπει τις ανάγκες της πόλης σε ολοκληρωμένα έργα.

Το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με προσλήψεις

Οι τεχνικές υπηρεσίες κουβαλούν ακόμη τις συνέπειες μιας μακράς περιόδου περιορισμένης ανανέωσης του προσωπικού τους. Έμπειροι μηχανικοί αποχώρησαν, κρίσιμες ειδικότητες δεν αναπληρώθηκαν εγκαίρως και η θεσμική μνήμη πολλών υπηρεσιών αποδυναμώθηκε.

Οι μόνιμες προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ είναι απολύτως αναγκαίες. Διασφαλίζουν διαφάνεια, αξιοκρατία, συνέχεια και θεσμική γνώση.

Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν τη μοναδική απάντηση.

Οι μόνιμες προσλήψεις εντάσσονται σε ετήσιο προγραμματισμό, απαιτούν εγκρίσεις και χρειάζονται χρόνο μέχρι να ολοκληρωθούν. Παράλληλα, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μεταξύ των οποίων και οι οκτάμηνες, χρησιμοποιούνται από φορείς και Δήμους για συγκεκριμένες πρόσκαιρες ανάγκες. Δεν μπορούν, από τη φύση τους, να αποτελέσουν τον βασικό κορμό μιας υπηρεσίας που διοικεί πολυετή και σύνθετα έργα.

Επομένως, δεν έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο λανθασμένα άκρα:

ούτε έναν Δήμο που προσπαθεί να τα κάνει όλα μόνος του, ακόμη και όταν δεν διαθέτει το προσωπικό και την εξειδίκευση, ούτε έναν Δήμο που εκχωρεί σε τρίτους τη γνώση, την κρίση και τελικά τη δημόσια ευθύνη.

Χρειαζόμαστε έναν ισχυρό δημόσιο πυρήνα που σχεδιάζει, αποφασίζει, ελέγχει και λογοδοτεί, και γύρω του έναν οργανωμένο μηχανισμό που αξιοποιεί, με κανόνες και διαφάνεια, κάθε διαθέσιμη τεχνική γνώση.

Η λογική αυτή δεν αποτελεί κάποια θεωρητική πολυτέλεια. Σε ώριμα συστήματα διοίκησης δημόσιων επενδύσεων, τα έργα διέρχονται από διακριτά στάδια και σημεία απόφασης, ενώ πριν από κρίσιμες δεσμεύσεις προβλέπονται έλεγχοι ωριμότητας και ανεξάρτητες αξιολογήσεις.

Η σύγχρονη διεθνής προσέγγιση εξετάζει την υποδομή σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής της: από την επιλογή και τη χρηματοδότηση μέχρι την κατασκευή, τη λειτουργία και τη συντήρηση.

Πώς μεταφράζεται αυτό στην πράξη;

1. Καθορίζουμε πρώτα τι δεν εκχωρείται

Η τεχνική υπηρεσία πρέπει να διατηρεί σε κάθε περίπτωση:

  • την επιλογή και την ιεράρχηση των έργων,
  • τη σύνταξη του τεχνικού προγράμματος,
  • τον καθορισμό των προδιαγραφών,
  • την έγκριση των μελετών,
  • τον έλεγχο της ωριμότητας,
  • τις αποφάσεις για παρατάσεις, τροποποιήσεις και συμπληρωματικές εργασίες,
  • τις αποφάσεις για πληρωμές, κυρώσεις και παραλαβές.

Στον Δήμο πρέπει επίσης να παραμένουν το πλήρες τεχνικό αρχείο, τα ψηφιακά δεδομένα και το μητρώο των δημοτικών υποδομών.

Οι εξωτερικοί μελετητές, οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι ιδιωτικοί φορείς επίβλεψης μπορούν να υποστηρίζουν την υπηρεσία.

Δεν μπορούν να υποκαθιστούν τη δημόσια κρίση και τη δημόσια ευθύνη.

Η τεχνογνωσία μπορεί να αναζητείται παντού. Η αρμοδιότητα, όμως, πρέπει να είναι καθαρή.

2. Δημιουργούμε ένα ενιαίο χαρτοφυλάκιο έργων

Κάθε Δήμος χρειάζεται ένα κυλιόμενο τετραετές χαρτοφυλάκιο έργων, το οποίο θα επικαιροποιείται κάθε χρόνο και θα συνδέεται με συγκεκριμένο δωδεκάμηνο πρόγραμμα ενεργειών.

Όχι έναν κατάλογο εξαγγελιών.

Για κάθε έργο πρέπει να δημιουργείται μία ενιαία «ταυτότητα έργου», στην οποία θα καταγράφονται:

  • το πρόβλημα που καλείται να λύσει,
  • οι αναμενόμενοι ωφελούμενοι,
  • ο βαθμός ωριμότητας,
  • το ιδιοκτησιακό καθεστώς,
  • οι απαιτούμενες μελέτες και άδειες,
  • η εκτιμώμενη δαπάνη,
  • οι πιθανές πηγές χρηματοδότησης,
  • οι εμπλεκόμενοι φορείς,
  • οι βασικοί κίνδυνοι,
  • το μελλοντικό κόστος λειτουργίας και συντήρησης,
  • ο υπεύθυνος του έργου.

Έργο χωρίς ταυτότητα, υπεύθυνο, προϋπολογισμό και σαφή θέση στο συνολικό πρόγραμμα δεν πρέπει να εγγράφεται στο τεχνικό πρόγραμμα απλώς επειδή ακούγεται ευχάριστα σε μια παρουσίαση.

3. Θεσπίζουμε πέντε πύλες ωριμότητας

Κανένα σημαντικό έργο δεν πρέπει να μετακινείται αυτομάτως από την ιδέα στη δημοπράτηση.

Προτείνω πέντε υποχρεωτικά σημεία ελέγχου:

Πρώτη πύλη: τεκμηρίωση της ανάγκης, εξέταση εναλλακτικών λύσεων και επιλογή της καταλληλότερης.

Δεύτερη πύλη: επίλυση ιδιοκτησιακών, πολεοδομικών, χωροταξικών και θεσμικών ζητημάτων.

Τρίτη πύλη: ολοκλήρωση ερευνών, μελετών και αδειοδοτήσεων, συντονισμός με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και αξιόπιστη εκτίμηση του κόστους.

Τέταρτη πύλη: εξασφάλιση χρηματοδότησης, έλεγχος των τευχών δημοπράτησης, του χρονοδιαγράμματος, των κινδύνων και του κόστους λειτουργίας.

Πέμπτη πύλη: τελικός έλεγχος ετοιμότητας πριν από τη δημοπράτηση και νέος έλεγχος πριν από την εγκατάσταση του αναδόχου.

Σε κάθε πύλη η απόφαση πρέπει να είναι σαφής: το έργο προχωρά, επιστρέφει για συμπλήρωση ή παγώνει.

Έτσι περιορίζονται οι πρόχειρες δημοπρατήσεις, οι αλλεπάλληλες παρατάσεις, οι αναθεωρήσεις και οι συμπληρωματικές συμβάσεις.

4. Ορίζουμε έναν υπεύθυνο για κάθε έργο

Για κάθε σημαντικό έργο πρέπει να υπάρχει ένας συγκεκριμένος υπεύθυνος από την πλευρά του Δήμου.

Όχι μία αόριστη «αρμόδια υπηρεσία».

Ένα πρόσωπο που γνωρίζει τον φάκελο, συντονίζει τις εμπλεκόμενες διευθύνσεις, παρακολουθεί το χρονοδιάγραμμα, καταγράφει τους κινδύνους και εισηγείται εγκαίρως τις αναγκαίες αποφάσεις.

Δίπλα του συγκροτείται μία μικρή διεπιστημονική ομάδα, με σαφείς ρόλους:

ποιος προετοιμάζει, ποιος ελέγχει, ποιος εγκρίνει, ποιος συντονίζει και ποιος αποφασίζει.

Η συλλογική εργασία είναι αναγκαία.

Η διάχυση της ευθύνης δεν είναι.

5. Δημιουργούμε Μονάδα Ωρίμανσης και Διοίκησης Έργων

Ένας μεγάλος Δήμος χρειάζεται μία μικρή, οριζόντια Μονάδα Ωρίμανσης και Διοίκησης Έργων.

Όχι μία ακόμη διεύθυνση που θα παράγει περισσότερη αλληλογραφία.

Μία επιτελική ομάδα έμπειρων στελεχών, η οποία:

  • διατηρεί το ενιαίο χαρτοφυλάκιο,
  • εφαρμόζει τις πύλες ωριμότητας,
  • παρακολουθεί χρονοδιαγράμματα και προϋπολογισμούς,
  • οργανώνει το μητρώο κινδύνων,
  • τηρεί ενιαία πρότυπα,
  • υποστηρίζει τους υπευθύνους των έργων,
  • ενημερώνει τη διοίκηση για τις αποκλίσεις και τις αποφάσεις που εκκρεμούν.

Σε μικρότερους Δήμους η ίδια λειτουργία μπορεί να παρέχεται διαδημοτικά ή μέσω κατάλληλα οργανωμένου Αναπτυξιακού Οργανισμού.

Ολόκληρος ο φάκελος κάθε έργου πρέπει να τηρείται σε ενιαίο ψηφιακό περιβάλλον.

Τα δεδομένα του έργου ανήκουν στον Δήμο. Δεν επιτρέπεται να είναι διάσπαρτα σε προσωπικούς υπολογιστές, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία και φακέλους συμβούλων.

6. Χρηματοδοτούμε την ωρίμανση πριν εμφανιστεί η πρόσκληση

Οι αποτελεσματικοί Δήμοι δεν αρχίζουν να αναζητούν μελέτες όταν ανοίξει ένα χρηματοδοτικό πρόγραμμα.

Διατηρούν μία δεξαμενή ώριμων έργων.

Χρειάζεται, επομένως, ξεχωριστό και σταθερό ετήσιο κονδύλι για:

  • προκαταρκτικές έρευνες,
  • τοπογραφικές και κτηματολογικές εργασίες,
  • γεωτεχνικές έρευνες,
  • περιβαλλοντικές και κυκλοφοριακές μελέτες,
  • αδειοδοτήσεις,
  • τεχνικούς συμβούλους,
  • ανεξάρτητους ελέγχους μελετών.

Η χρηματοδότηση της ωρίμανσης δεν είναι περιττό διοικητικό κόστος.

Είναι επένδυση που μειώνει τον χρόνο, τον κίνδυνο και το τελικό κόστος της κατασκευής.

Παράλληλα, κανένα νέο έργο δεν πρέπει να εγκρίνεται χωρίς σχέδιο λειτουργίας και συντήρησης.

Δεν έχει νόημα να εξασφαλίζονται πόροι για την κατασκευή μιας υποδομής και μετά να ανακαλύπτουμε ότι δεν έχει προβλεφθεί ποιος θα τη λειτουργεί και με ποια χρήματα θα συντηρείται.

7. Κάνουμε στοχευμένες προσλήψεις και ορθή χρήση των οκτάμηνων συμβάσεων

Ο Δήμος πρέπει πρώτα να γνωρίζει τι προσωπικό πραγματικά χρειάζεται.

Απαιτείται ετήσια αποτύπωση:

  • του φόρτου εργασίας ανά ειδικότητα,
  • των έργων που πρόκειται να αναληφθούν,
  • των αποχωρήσεων της επόμενης πενταετίας,
  • των γνώσεων που κινδυνεύουν να χαθούν,
  • των κρίσιμων ειδικοτήτων που απουσιάζουν.

Με βάση αυτή την αποτύπωση πρέπει να υποβάλλονται στοχευμένα αιτήματα μόνιμων προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ, να αξιοποιείται η κινητικότητα και να οργανώνεται σταθερό πρόγραμμα επιμόρφωσης.

Οι οκτάμηνες συμβάσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται, όπου το επιτρέπει το θεσμικό πλαίσιο, για σαφώς οριοθετημένα πακέτα εργασίας, όπως:

  • η ψηφιοποίηση τεχνικών αρχείων,
  • η ενημέρωση γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών,
  • η καταγραφή δημοτικών υποδομών,
  • η αποτύπωση της κατάστασης κτιρίων και κοινόχρηστων χώρων,
  • η συγκέντρωση και ταξινόμηση τεχνικών δεδομένων,
  • η οργανωτική υποστήριξη φακέλων.

Κάθε τέτοια θέση πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένο παραδοτέο, χρονοδιάγραμμα, υπεύθυνο παρακολούθησης και υποχρέωση οργανωμένης παράδοσης της εργασίας και της παραγόμενης γνώσης.

Δεν είναι ορθό να ανατίθεται σε εργαζόμενο οκτάμηνης διάρκειας η αποκλειστική ευθύνη μιας πολυετούς σύμβασης.

Η διάρκεια της στελέχωσης και η διάρκεια της ευθύνης πρέπει να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους.

8. Διατηρούμε και αξιοποιούμε σωστά την Αναπτυξιακή

Η Αναπτυξιακή πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί θεσμικά και οργανωτικά.

Όχι ως παράλληλο Δημαρχείο.

Όχι ως υποκατάστατο της τεχνικής υπηρεσίας.

Όχι ως μηχανισμός μεταφοράς αρμοδιοτήτων χωρίς έλεγχο.

Ο θεσμικός σκοπός των Αναπτυξιακών Οργανισμών περιλαμβάνει την επιστημονική, συμβουλευτική και τεχνική υποστήριξη των ΟΤΑ, την ενίσχυση της διοικητικής και τεχνικής τους επάρκειας και την ωρίμανση έργων υποδομής.

Στην πράξη, η Αναπτυξιακή μπορεί να αναλαμβάνει:

  • την ωρίμανση σύνθετων ή διαδημοτικών έργων,
  • την προετοιμασία χρηματοδοτικών φακέλων,
  • τη διαχείριση εξειδικευμένων συμβάσεων τεχνικής βοήθειας,
  • την υποστήριξη της Μονάδας Ωρίμανσης και Διοίκησης Έργων,
  • την προσωρινή προσέλκυση ειδικών επιστημόνων,
  • τη μεταφορά τεχνογνωσίας προς τις υπηρεσίες του Δήμου.

Για κάθε ανάθεση προς την Αναπτυξιακή πρέπει να υπάρχει σαφές αντικείμενο, συγκεκριμένα παραδοτέα, προθεσμίες, προϋπολογισμός, δείκτες απόδοσης και υποχρέωση παράδοσης στον Δήμο όλων των αρχείων, των δεδομένων και της τεχνογνωσίας.

Η Αναπτυξιακή έχει λόγο ύπαρξης όταν αυξάνει με μετρήσιμο τρόπο την ικανότητα του Δήμου και μεταφέρει γνώση προς τις υπηρεσίες του.

Δεν πρέπει να δημιουργεί μία δεύτερη διοικητική πραγματικότητα, αποκομμένη από αυτές.

9. Προκηρύσσουμε συμφωνίες-πλαίσιο για επαναλαμβανόμενες ανάγκες

Κανένας Δήμος δεν μπορεί να διαθέτει μόνιμο προσωπικό για κάθε πιθανή τεχνική εξειδίκευση.

Μπορεί, όμως, να έχει εγκαίρως συναφθείσες συμφωνίες-πλαίσιο για μελέτες και τεχνικές υπηρεσίες που χρειάζεται συστηματικά, όπως:

  • τοπογραφικές αποτυπώσεις,
  • γεωτεχνικές έρευνες,
  • περιβαλλοντικές μελέτες,
  • κυκλοφοριακές αναλύσεις,
  • ενεργειακούς ελέγχους,
  • ελέγχους στατικής επάρκειας,
  • ψηφιακά μοντέλα,
  • εξειδικευμένη υποστήριξη στη διοίκηση συμβάσεων.

Έτσι, όταν εμφανίζεται μία ανάγκη, δεν αρχίζει κάθε φορά από την αρχή μια πολύμηνη διαδικασία.

Η επιλογή πρέπει να βασίζεται στην επάρκεια της ομάδας, στην εμπειρία, στη μεθοδολογία και στην ποιότητα των παραδοτέων, όχι μόνο στη χαμηλότερη τιμή.

Για τα σύνθετα ή υψηλού κινδύνου έργα πρέπει επίσης να προβλέπεται ανεξάρτητος τεχνικός έλεγχος της μελέτης πριν από τη δημοπράτηση.

10. Ζητούμε λειτουργικό Μητρώο Πιστοποιημένων Ιδιωτικών Φορέων Επίβλεψης

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ήδη τη δυνατότητα επίβλεψης έργων από πιστοποιημένο ιδιωτικό φορέα και διατηρεί παράλληλα κρίσιμες ελεγκτικές και αποφασιστικές αρμοδιότητες στη δημόσια υπηρεσία.

Το θεσμικό έρεισμα, επομένως, υπάρχει.

Αυτό που χρειάζεται είναι να ολοκληρωθεί το απαιτούμενο θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο και να καταστεί πραγματικά λειτουργικό.

Αποτελεί συγκεκριμένο αίτημα προς την Πολιτεία η πραγματική λειτουργία ενός ενιαίου, δημόσιου και ηλεκτρονικού Μητρώου Πιστοποιημένων Ιδιωτικών Φορέων Επίβλεψης, με:

  • κατηγορίες έργων και τάξεις δυναμικότητας,
  • ελάχιστη διεπιστημονική στελέχωση,
  • αποδεδειγμένη εμπειρία,
  • υποχρεωτική ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης,
  • πιστοποιημένα συστήματα ποιότητας,
  • αυστηρούς κανόνες ανεξαρτησίας,
  • έλεγχο σύγκρουσης συμφερόντων,
  • περιοδική επαναπιστοποίηση,
  • δημόσιο ιστορικό επιδόσεων,
  • σαφείς κυρώσεις και δυνατότητα διαγραφής.

Η επιλογή, η σύμβαση και η αμοιβή του φορέα επίβλεψης πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνονται από την αναθέτουσα αρχή και όχι από τον ανάδοχο που ο φορέας καλείται να ελέγξει.

Η ανεξαρτησία δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Πρέπει να εξασφαλίζεται και από τον τρόπο επιλογής και πληρωμής.

Ο ιδιωτικός φορέας μπορεί να πραγματοποιεί τους καθημερινούς ελέγχους, τις επιμετρήσεις, τις δοκιμές και τις τεχνικές αναφορές.

Ο Δήμος πρέπει να διατηρεί τις αποφάσεις για παρατάσεις, τροποποιήσεις, πρόσθετες δαπάνες, κυρώσεις, πληρωμές και παραλαβές.

Έτσι ενισχύεται η επιχειρησιακή δυνατότητα της υπηρεσίας χωρίς να ιδιωτικοποιείται η δημόσια ευθύνη.

11. Εφαρμόζουμε πραγματική διοίκηση της σύμβασης

Μετά τη δημοπράτηση αρχίζει συνήθως η δυσκολότερη φάση.

Κάθε έργο πρέπει να διαθέτει από την πρώτη ημέρα:

  • εγκεκριμένο βασικό χρονοδιάγραμμα,
  • προϋπολογισμό αναφοράς,
  • μητρώο κινδύνων,
  • μητρώο αλλαγών,
  • πρόγραμμα ποιοτικών ελέγχων,
  • ψηφιακό ημερολόγιο,
  • μηνιαία αναφορά φυσικού και οικονομικού αντικειμένου.

Κάθε απόκλιση πρέπει να καταγράφεται έγκαιρα.

Κάθε αλλαγή πρέπει να συνοδεύεται από εκτίμηση της επίπτωσής της στο κόστος, στον χρόνο και στη λειτουργικότητα του έργου.

Κάθε κρίσιμη απόφαση πρέπει να λαμβάνεται εγγράφως.

Με την ολοκλήρωση πρέπει να παραδίδονται υποχρεωτικά:

  • τα τελικά σχέδια,
  • οι επιμετρήσεις,
  • τα πιστοποιητικά,
  • τα αποτελέσματα των δοκιμών,
  • οι οδηγίες λειτουργίας,
  • το σχέδιο συντήρησης,
  • η ψηφιακή καταχώριση της υποδομής στο μητρώο του Δήμου.

12. Καθιερώνουμε μόνιμο συντονισμό με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας

Ο Δήμος πρέπει να συγκροτήσει μόνιμο όργανο συντονισμού με όλους τους διαχειριστές δικτύων και να διατηρεί κοινό ψηφιακό χάρτη των προγραμματισμένων επεμβάσεων.

Κάθε φορέας πρέπει να καταθέτει κυλιόμενο πρόγραμμα έργων τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών.

Κανένα σημαντικό έργο ανάπλασης ή οδοποιίας δεν πρέπει να δημοπρατείται χωρίς προηγούμενο έλεγχο των υπόγειων δικτύων και έγγραφη συνεννόηση με τους αρμόδιους οργανισμούς.

Η πόλη δεν μπορεί να ανακατασκευάζει έναν δρόμο και λίγους μήνες αργότερα να τον ξανασκάβει.

Αυτό δεν είναι τεχνική ατυχία.

Είναι οργανωτική αποτυχία.

13. Δημοσιοποιούμε τριμηνιαίο πίνακα αποτελεσμάτων

Κάθε τρεις μήνες πρέπει να δημοσιοποιούνται συγκεκριμένοι δείκτες:

  • πόσα έργα βρίσκονται σε κάθε στάδιο ωριμότητας,
  • πόσος χρόνος απαιτείται μέχρι τη δημοπράτηση,
  • πόσος χρόνος απαιτείται μέχρι την υπογραφή της σύμβασης,
  • ποια έργα αποκλίνουν από το χρονοδιάγραμμα,
  • ποια υπερβαίνουν τον αρχικό προϋπολογισμό,
  • πόσες παρατάσεις και συμπληρωματικές συμβάσεις εγκρίθηκαν,
  • ποια προβλήματα παραμένουν άλυτα.

Για κάθε καθυστέρηση πρέπει να αναφέρεται και ο φορέας ή το όργανο από το οποίο εκκρεμεί η επόμενη ενέργεια.

Δεν αξιολογούμε μία τεχνική υπηρεσία από τον αριθμό των εγγράφων που διακίνησε.

Την αξιολογούμε από την ποιότητα, τον χρόνο και το κόστος των έργων που παρέδωσε.

14. Εξειδικεύουμε τον δημόσιο απολογισμό στα τεχνικά έργα

Στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου απολογισμού πεπραγμένων της δημοτικής αρχής, ο Δήμος πρέπει να παρουσιάζει και να δημοσιεύει κάθε χρόνο έναν ειδικό τεχνικό απολογισμό για την υλοποίηση του τεχνικού προγράμματος.

Ο απολογισμός αυτός πρέπει να συζητείται δημόσια στο Δημοτικό Συμβούλιο και να περιλαμβάνει:

  • τον βαθμό υλοποίησης του τεχνικού προγράμματος,
  • την πορεία των μεγάλων έργων,
  • τις αποκλίσεις κόστους και χρονοδιαγράμματος,
  • τις αιτίες των καθυστερήσεων,
  • τις ενέργειες που έγιναν για την αντιμετώπισή τους,
  • τις ανάγκες στελέχωσης και εκπαίδευσης,
  • τις προτεραιότητες της επόμενης χρονιάς.

Ο απολογισμός δεν πρέπει να μετατραπεί σε διαδικασία απόδοσης συλλογικής ευθύνης στους εργαζομένους ούτε σε μία ακόμη ευκαιρία μικροπολιτικής αντιπαράθεσης.

Πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο θεσμικής λογοδοσίας και συνεχούς βελτίωσης, ώστε διοίκηση, αντιπολίτευση και πολίτες να συζητούν με βάση πραγματικά δεδομένα και όχι επιλεκτικές εντυπώσεις.

Μια τελευταία σκέψη

Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι όλα αυτά φαίνονται υπερβολικά σύνθετα ή δύσκολα να εφαρμοστούν στην ελληνική πραγματικότητα.

Μπορεί επίσης να πει ότι τα έργα τελικά προχωρούν χάρη στην εμπειρία, την επιστημονική κατάρτιση, την ευρηματικότητα και την προσωπική προσπάθεια των ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτά.

Και θα έχει, σε σημαντικό βαθμό, δίκιο.

Παρά τις ελλείψεις προσωπικού, τις οργανωτικές αδυναμίες, τις διαρκείς αλλαγές του θεσμικού πλαισίου και τις πιεστικές προθεσμίες, οι τεχνικές υπηρεσίες εξακολουθούν να παράγουν σημαντικό έργο.

Αυτό οφείλεται συχνά σε στελέχη που καλύπτουν με τη γνώση, την εμπειρία και την προσωπική τους υπέρβαση τα κενά του συστήματος.

Ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να αναρωτηθούμε:

αν αυτές οι ικανότητες παράγουν αποτελέσματα παρά τις αδυναμίες της οργάνωσης, πόσο μεγαλύτερο θετικό αντίκτυπο θα μπορούσαν να έχουν μέσα σε ένα οργανωμένο, προβλέψιμο και υποστηρικτικό σύστημα;

Η πρόταση που καταθέτω δεν επιδιώκει να αντικαταστήσει την εμπειρία με διαδικασίες.

Επιδιώκει να πολλαπλασιάσει την αξία της εμπειρίας.

Δεν περιορίζει την ευρηματικότητα.

Την απαλλάσσει από την ανάγκη να χρησιμοποιείται καθημερινά για την αντιμετώπιση προβλημάτων που μια σωστή οργάνωση θα είχε ήδη προλάβει.

Ένας σύγχρονος Δήμος δεν μπορεί να στηρίζει τη λειτουργία του στην προσδοκία ότι ορισμένοι άνθρωποι θα λειτουργούν συνεχώς ως ήρωες.

Η οργάνωση δεν είναι αντίπαλος της πρωτοβουλίας.

Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στην πρωτοβουλία, στη γνώση και στην εμπειρία να έχουν μεγαλύτερο και μονιμότερο αποτέλεσμα για την πόλη.

Από την προσωπική προσπάθεια στον ισχυρό θεσμό

Ο σύγχρονος Δήμος δεν είναι εκείνος που ισχυρίζεται ότι μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του.

Είναι εκείνος που γνωρίζει:

τι πρέπει να κάνει ο ίδιος, τι μπορεί να αναθέσει, με ποιους κανόνες θα το αναθέσει και πώς θα διατηρήσει τον ουσιαστικό έλεγχο.

Χρειάζεται μόνιμο και ικανό προσωπικό.

Στοχευμένες προσλήψεις μέσω ΑΣΕΠ.

Ορθή αξιοποίηση των οκτάμηνων συμβάσεων.

Μία ισχυρή και σωστά οργανωμένη Αναπτυξιακή.

Πιστοποιημένους εξωτερικούς συνεργάτες.

Λειτουργικό Μητρώο Πιστοποιημένων Ιδιωτικών Φορέων Επίβλεψης.

Ψηφιακή παρακολούθηση.

Καθαρή ευθύνη.

Δημόσια λογοδοσία.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να μεγαλώσουν οι υπηρεσίες.

Είναι να μεγαλώσει η ικανότητα του Δήμου να μετατρέπει τις ανάγκες της πόλης σε ώριμα, ποιοτικά και έγκαιρα έργα.

Οι προτάσεις του άρθρου αποτελούν σύνθεση της εμπειρίας από τη διοίκηση δημόσιων και ιδιωτικών έργων, του ισχύοντος ελληνικού θεσμικού πλαισίου και αναγνωρισμένων ευρωπαϊκών και διεθνών πρακτικών διοίκησης έργων και διακυβέρνησης υποδομών, προσαρμοσμένων στις ανάγκες της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Σε επόμενο άρθρο θα εξετάσω την άλλη πλευρά της τεχνικής λειτουργίας:

ποιες εργασίες πρέπει να εκτελεί ο Δήμος με ίδιες δυνάμεις, πώς πρέπει να οργανώνονται τα δημοτικά συνεργεία και πώς μπορούμε να περάσουμε από την αποσπασματική επισκευή στην προληπτική συντήρηση της πόλης.

Γιατί υπάρχει καλύτερος τρόπος.

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γιατί καθυστερούν τα δημοτικά έργα στη Θεσσαλονίκη. Οκτώ προτάσεις για να αλλάξει η κατάσταση.

Η συζήτηση για τα δημοτικά έργα συνήθως εξαντλείται στο ποιος ευθύνεται για τις καθυστερήσεις. Το ουσιαστικότερο ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό: γιατί καθυστερούν τα έργα, ποιες επιλογές οδηγούν σε αυτά τα αποτελέσματα και, κυρίως, τι πρέπει να αλλάξει ώστε η Θεσσαλονίκη να αποκτήσει έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο σχεδιασμού και υλοποίησής τους;

Η εικόνα των δημοτικών έργων στη Θεσσαλονίκη, δυόμισι χρόνια μετά την ανάληψη καθηκόντων της σημερινής διοίκησης, παραμένει κατώτερη των προσδοκιών και, κυρίως, των δυνατοτήτων που υπήρχαν.

Το 2024 η διοίκηση παρέλαβε ένα τεχνικό πρόγραμμα σχεδόν 50 εκατ. ευρώ, με χρηματοδότηση σε ποσοστό άνω του 80% από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους.

Επομένως, η επίκληση της έλλειψης χρημάτων δεν αποτελεί επαρκή εξήγηση για τους χαμηλούς ρυθμούς υλοποίησης.

Υπήρχαν, μεταξύ άλλων, ώριμες παρεμβάσεις για περίπου 130.000 τ.μ. πεζοδρομίων, οι οποίες μπορούσαν να προχωρήσουν και να κάνουν αισθητή διαφορά στην καθημερινότητα της πόλης. Τα δεδομένα είναι συγκεκριμένα και διαθέσιμα σε όποιον επιθυμεί να τα εξετάσει.

Το βασικό πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσα έργα εκτελέστηκαν. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτά σχεδιάζονται, οργανώνονται, δημοπρατούνται και παρακολουθούνται.

Χωρίς συνεκτικό σχέδιο και σαφείς προτεραιότητες

Στα έργα καθημερινότητας δεν παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο με σαφή ιεράρχηση των αναγκών, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμους στόχους.

Οι συμφωνίες-πλαίσιο της σημερινής διοίκησης ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό καταγραφές που έχουν γίνει εδώ και χρόνια, στις οποίες προστίθενται κάθε φορά οι νέες ανάγκες. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ολοκληρωμένο σχεδιασμό. Είναι κυρίως διαχείριση αιτημάτων και προβλημάτων που εμφανίζονται καθημερινά.

Η πόλη χρειάζεται προτεραιοποίηση με αντικειμενικά κριτήρια: την ασφάλεια, την προσβασιμότητα, την κατάσταση των υποδομών, την ένταση της κυκλοφορίας, την εξυπηρέτηση των γειτονιών και τον πραγματικό κοινωνικό αντίκτυπο κάθε παρέμβασης.

Χρειάζεται επίσης παραγωγή νέων μελετών. Γιατί μια διοίκηση δεν αξιολογείται μόνο από τα έργα που κατασκευάζει σήμερα, αλλά και από εκείνα που προετοιμάζει για τα επόμενα χρόνια.

Χωρίς ώριμες μελέτες δεν υπάρχουν ώριμα έργα. Και χωρίς ώριμα έργα καμία διαθέσιμη χρηματοδότηση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί έγκαιρα.

Αντί για συντονισμό, αποσυντονισμός.

Σοβαρό είναι και το ζήτημα της οργάνωσης των τεχνικών υπηρεσιών.
Οι αλλαγές που έγιναν στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας, αντί να ενισχύσουν τον ενιαίο συντονισμό, κατακερμάτισαν αρμοδιότητες και δυσχέραναν τη συνεργασία των υπηρεσιών που επιβλέπουν τα έργα καθημερινότητας.

Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε ολόκληρη την πόλη: δεκάδες εργοτάξια που παραμένουν ανοικτά επί εβδομάδες, εργασίες που εξελίσσονται χωρίς εμφανή ρυθμό, ελλιπής συντονισμός και συνεχής ταλαιπωρία κατοίκων, επαγγελματιών και επισκεπτών.

Ακούγονται ξανά δικαιολογίες, διαβεβαιώσεις και αυστηρές δηλώσεις. Η ουσία, όμως, δεν αλλάζει. Πολλά έργα μοιάζουν να κινούνται με τον αυτόματο πιλότο.

Όποιος αμφιβάλλει, αρκεί να κάνει μια βόλτα στις γειτονιές και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα εργοτάξια είναι κοινός τόπος στην πόλη ότι δεν συμβαδίζουν  με τα Δελτία Τύπου της διοίκησης του Δήμου.
Παραμένουν εκεί και αποκαλύπτουν την πραγματική κατάσταση.

Η διοίκηση έργων δεν γίνεται με ανακοινώσεις. Γίνεται με καθημερινή παρακολούθηση, ξεκάθαρη κατανομή ευθύνης, αξιοποίηση της γνώσης και της εμπειρίας των στελεχών των υπηρεσιών και άμεση παρέμβαση όταν εμφανίζονται αποκλίσεις.

Οι μηχανικοί και οι τεχνικοί του Δήμου διαθέτουν γνώση της πόλης, των υποδομών και των πραγματικών δυσκολιών κάθε παρέμβασης. Η διοίκηση οφείλει να αξιοποιεί αυτή τη γνώση, όχι να την εγκλωβίζει σε έναν κατακερματισμένο μηχανισμό αρμοδιοτήτων, εγκρίσεων και αλληλοεπικαλύψεων.

Η ανάπλαση της Αριστοτέλους

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ανάπλασης της Αριστοτέλους, ενός έργου στην καρδιά της Θεσσαλονίκης.

Είχα επισημάνει εγκαίρως ότι ένα τόσο σύνθετο έργο δεν έπρεπε να δημοπρατηθεί αποκλειστικά με κριτήριο τη χαμηλότερη οικονομική προσφορά. Θα έπρεπε να εξεταστεί η επιλογή της βέλτιστης σχέσης ποιότητας-τιμής, ώστε να αξιολογηθεί όχι μόνο η έκπτωση αλλά και η πραγματική επιχειρησιακή επάρκεια των διαγωνιζομένων.

Η ανάπλαση της Αριστοτέλους δεν είναι ένα συνηθισμένο έργο. Εκτελείται στο πιο εμβληματικό και προβεβλημένο τμήμα της πόλης, σε ένα περιβάλλον με έντονη εμπορική και τουριστική δραστηριότητα, αυξημένη κίνηση πεζών και σύνθετες απαιτήσεις για μετατοπίσεις δικτύων κοινής ωφέλειας.

Σε ένα τέτοιο έργο δεν αρκούν η χαμηλότερη προσφορά και η τυπική κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων στελέχωσης.

Οι υποψήφιοι θα έπρεπε να καταθέσουν δεσμευτική και αναλυτική τεχνική πρόταση, στην οποία να περιγράφουν:
τη μεθοδολογία και τη σειρά εκτέλεσης κάθε φάσης,το αναλυτικό χρονοδιάγραμμα, την οργάνωση και την τροφοδοσία του εργοταξίου,
τον συντονισμό με τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας,τα ονομαστικά στελέχη και τις ειδικότητες της ομάδας έργου,το εργατοτεχνικό προσωπικό που θα διατίθεται σε κάθε φάση,τα συγκεκριμένα μηχανήματα και τον διαθέσιμο εξοπλισμό,
τα μέτρα περιορισμού της όχλησης για πολίτες και επιχειρήσεις, τον τρόπο διατήρησης ασφαλών προσβάσεων και της λειτουργίας της περιοχής κατά τη διάρκεια των εργασιών.

Με αυτόν τον τρόπο η αξιολόγηση δεν θα περιοριζόταν στο ποιος προσφέρει τη μεγαλύτερη έκπτωση. Θα εξέταζε ποιος μπορεί πραγματικά να οργανώσει και να εκτελέσει, με ασφάλεια, ποιότητα και συνέπεια, ένα έργο τόσο απαιτητικό.

Θα υπήρχαν προσφυγές; Πιθανόν. Ίσως και περισσότερες.
Όμως οι συμμετέχοντες θα ήταν υποχρεωμένοι να δεσμευτούν με συγκεκριμένα πρόσωπα, μέσα, χρονοδιαγράμματα και μεθόδους. Και πιθανότατα θα ήταν λιγότεροι, ακριβώς επειδή θα έπρεπε να αποδείξουν ουσιαστική επιχειρησιακή επάρκεια και όχι απλώς να υποβάλουν μια οικονομική προσφορά.

Η χαμηλότερη τιμή δεν είναι πάντοτε η οικονομικότερη λύση για την πόλη. Όταν οδηγεί σε καθυστερήσεις, παρατάσεις, αυξημένη όχληση, διοικητικές εμπλοκές και αμφίβολο αποτέλεσμα, το πραγματικό κόστος μεταφέρεται στους πολίτες και στην τοπική οικονομία.

Τι πρέπει να αλλάξει

Η βελτίωση της κατάστασης δεν απαιτεί μαγικές λύσεις. Απαιτεί σοβαρή διοίκηση, σαφείς κανόνες, συγκεκριμένες ευθύνες και συνεχή έλεγχο του αποτελέσματος:

1. Ενιαίος επιχειρησιακός συντονισμός των έργων.

Πρέπει να υπάρχει μία σαφής δομή συντονισμού για όλα τα έργα δημόσιου χώρου, με συγκεκριμένη ευθύνη για τον προγραμματισμό, την αλληλουχία των παρεμβάσεων και την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων.

Η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται ανάμεσα σε υπηρεσίες, διευθύνσεις και τμήματα, μέχρι τελικά να μην είναι σαφές ποιος έχει την πλήρη εικόνα και ποιος αποφασίζει.

2. Κυλιόμενος προγραμματισμός έργων.

Ο Δήμος χρειάζεται ετήσιο και τριμηνιαίο πρόγραμμα παρεμβάσεων, με δημόσια γνωστοποίηση των προτεραιοτήτων, των χρονοδιαγραμμάτων και των βασικών οροσήμων.

Ο προγραμματισμός δεν πρέπει να είναι ένα έγγραφο που εγκρίνεται και στη συνέχεια ξεχνιέται. Πρέπει να αποτελεί καθημερινό εργαλείο διοίκησης, να ανανεώνεται και να προσαρμόζεται όταν αλλάζουν τα δεδομένα.

3. Ουσιαστικός συντονισμός με τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας.

Πριν ανοίξει ένα εργοτάξιο πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενοι έλεγχοι, οι συνεννοήσεις και ο σχεδιασμός των μετατοπίσεων δικτύων.
Δεν είναι αποδεκτό να ολοκληρώνεται μια παρέμβαση και λίγο αργότερα να σκάβεται ξανά ο ίδιος δρόμος από άλλον φορέα. Πρόκειται για σπατάλη πόρων, χρόνου και υπομονής, ενός αγαθού που οι Θεσσαλονικείς έχουν ήδη διαθέσει σε αφύσικα μεγάλες ποσότητες.

4. Κανένα εργοτάξιο χωρίς πραγματική ετοιμότητα.

Οι εργασίες πρέπει να ξεκινούν όταν είναι διαθέσιμα τα συνεργεία, τα υλικά, οι άδειες, ο εξοπλισμός και οι αναγκαίες εγκρίσεις.

Το άνοιγμα ενός εργοταξίου χωρίς τη δυνατότητα συνεχούς εξέλιξης δεν αποτελεί παραγωγή έργου. Αποτελεί απλώς μεταφορά του προβλήματος στον δημόσιο χώρο.

Καλύτερα λιγότερα εργοτάξια που προχωρούν με σταθερό ρυθμό, παρά πολλά εργοτάξια που παραμένουν ανοικτά χωρίς ουσιαστική δραστηριότητα.

5. Καθημερινή παρακολούθηση με μετρήσιμους δείκτες.

Για κάθε έργο πρέπει να καταγράφονται η προβλεπόμενη και η πραγματική πρόοδος, οι αποκλίσεις από το χρονοδιάγραμμα, τα προβλήματα που προκύπτουν, ο χρόνος επίλυσής τους και οι υπεύθυνοι για τις απαιτούμενες ενέργειες.

Η διοίκηση δεν μπορεί να βελτιώσει κάτι που δεν μετρά. Και δεν μπορεί να επικαλείται επιτυχία όταν δεν δημοσιοποιεί τα στοιχεία με τα οποία την αξιολογεί.

6. Δημόσια ενημέρωση και λογοδοσία.

Οι πολίτες πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν ποια έργα εκτελούνται, ποιος είναι ο προϋπολογισμός τους, σε ποιο στάδιο βρίσκονται, πότε προβλέπεται να ολοκληρωθούν και για ποιον λόγο καθυστερούν.

Η διαφάνεια δεν είναι επικοινωνιακή επιλογή. Είναι εργαλείο αποτελεσματικής διοίκησης, επειδή αναγκάζει όλους τους εμπλεκόμενους να λειτουργούν με συγκεκριμένες δεσμεύσεις και χρονοδιαγράμματα.

7. Κατάλληλη μέθοδος δημοπράτησης για τα σύνθετα έργα.

Όπου η πολυπλοκότητα, η θέση και ο αντίκτυπος ενός έργου το απαιτούν, η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ποιότητα της τεχνικής πρότασης, την οργάνωση, τη στελέχωση, τον εξοπλισμό και την πραγματική ικανότητα εκτέλεσης, όχι μόνο την τιμή.

Κάθε έργο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δεν είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ένα σύνθετο έργο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης με τα ίδια ουσιαστικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται για μια απλή και περιορισμένη παρέμβαση.

8. Σταθερό πρόγραμμα νέων μελετών.

Ο Δήμος χρειάζεται μια διαρκή «δεξαμενή» ώριμων έργων, ώστε να μπορεί να αξιοποιεί άμεσα κάθε διαθέσιμη εθνική ή ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.

Οι μελέτες δεν παράγουν εντυπωσιακές φωτογραφίες εγκαινίων, γι’ αυτό και συχνά υποτιμώνται. Χωρίς αυτές, όμως, τα έργα δεν ξεκινούν ποτέ ή ξεκινούν με ελλείψεις που πληρώνονται αργότερα σε χρόνο και χρήμα.

Η πόλη πληρώνει τις αστοχίες

Ο χρόνος και οι δημόσιοι πόροι είναι πολύτιμοι. Όταν χάνονται ή σπαταλώνται, δεν χάνει μόνο μια δημοτική διοίκηση. Χάνει η Θεσσαλονίκη.

Χάνουν οι κάτοικοι που ταλαιπωρούνται, οι επαγγελματίες που βλέπουν την πρόσβαση στις επιχειρήσεις τους να δυσκολεύει, οι επισκέπτες που αντικρίζουν μια πόλη χωρίς συντονισμό και οι εργαζόμενοι των υπηρεσιών που καλούνται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα προβληματικό οργανωτικό πλαίσιο.

Η κριτική έχει νόημα όταν βασίζεται σε δεδομένα και συνοδεύεται από συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες προτάσεις.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται να σχεδιάζει πριν δημοπρατήσει.

Να συντονίζει πριν σκάψει.

Να οργανώνει πριν ανοίξει ένα εργοτάξιο.

Να παρακολουθεί πριν συσσωρευτούν οι καθυστερήσεις.

Και να λογοδοτεί χωρίς να περιμένει να της το ζητήσουν οι πολίτες.

Γιατί #ΥπάρχειΚαλύτεροςΤρόπος.

Το επόμενο Σάββατο θα αναφερθώ στο πώς πιστεύω ότι πρέπει να οργανωθούν και να ενισχυθούν οι τεχνικές υπηρεσίες ενός σύγχρονου Δήμου.

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Στεγαστική πολιτική στη Θεσσαλονίκη: από τις εξαγγελίες σε ένα εφαρμόσιμο σχέδιο

Οι πόλεις δεν κρίνονται μόνο από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Κρίνονται κυρίως από το πόσο έγκαιρα τα αναγνωρίζουν και από το αν αποκτούν σχέδιο πριν αυτά εξελιχθούν σε κρίση.

Το στεγαστικό ήταν μία από τις προκλήσεις που είχαμε εντάξει στη δημόσια ατζέντα μου για τη Θεσσαλονίκη πριν ακόμη ανακοινωθούν τα πρόσφατα μέτρα της διοίκησης του Δήμου.

Θεωρούσα, και εξακολουθώ να θεωρώ, ότι η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της επόμενης δεκαετίας για την πόλη.

Γι’ αυτό είναι θετικό το γεγονός ότι το θέμα βρίσκεται πλέον στην επίσημη ατζέντα του Δήμου και ότι έχει προγραμματισθεί ειδική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου για την κοινωνική στέγαση και την προσιτή κατοικία. 

Το ζητούμενο όμως φυσικά, δεν είναι ποιος ανέδειξε πρώτος το πρόβλημα. Το ζητούμενο είναι αν η Θεσσαλονίκη θα αποκτήσει επιτέλους μια συνεκτική, εφαρμόσιμη και μακροπρόθεσμη στεγαστική πολιτική.

Το στεγαστικό δεν είναι απλώς ζήτημα κοινωνικής πολιτικής. Είναι πολεοδομικό, αναπτυξιακό, συγκοινωνιακό και δημογραφικό θέμα.

Επηρεάζει τη δυνατότητα των νέων να παραμείνουν στη Θεσσαλονίκη, των φοιτητών να βρουν αξιοπρεπή κατοικία, των νέων οικογενειών να σχεδιάσουν το μέλλον τους και των εργαζομένων να ζουν κοντά στον χώρο εργασίας τους.

Η πόλη χρειάζεται λύσεις που να στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα και όχι μόνο σε καλές προθέσεις.

Τα μέτρα της διοίκησης είναι θετικά, αλλά δεν αρκούν, το αναγνωρίζουν και οι διοικούντες.
Οι πρόσφατες εξαγγελίες της διοίκησης του Δήμου κινούνται προς μια κατεύθυνση που αξίζει να συζητηθεί σοβαρά. Η αξιοποίηση δημοτικών ακινήτων, η διάθεση κατοικιών με προσιτό ενοίκιο και η μετατροπή δημοτικών κτιρίων σε κοινωνικά προσιτές κατοικίες μπορούν να βοηθήσουν συγκεκριμένα νοικοκυριά και να ανοίξουν έναν δρόμο για πιο ενεργή δημοτική στεγαστική πολιτική.

Αυτές οι παρεμβάσεις πρέπει να προχωρήσουν με διαφάνεια, κοινωνικά κριτήρια, σαφές χρονοδιάγραμμα και δημόσια λογοδοσία.

Όμως οφείλουμε να δούμε την πραγματική κλίμακα του προβλήματος.

Η Θεσσαλονίκη είναι μητροπολιτική πόλη με υψηλή ζήτηση κατοικίας, περιορισμένο διαθέσιμο απόθεμα μικρών διαμερισμάτων, έντονη φοιτητική παρουσία, τουριστική πίεση και αυξανόμενες αξίες γης.

Μερικές δεκάδες ή ακόμη και μερικές εκατοντάδες δημοτικές κατοικίες μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση σε ευάλωτες ομάδες, αλλά δεν αρκούν για να αλλάξουν τη συνολική εικόνα της αγοράς.

Η κοινωνική κατοικία είναι απαραίτητο εργαλείο. Δεν μπορεί όμως να είναι το μοναδικό εργαλείο.

Η βασική πραγματικότητα που πρέπει να αναγνωρίσουμε

Η Θεσσαλονίκη δεν διαθέτει επαρκή δημοτική γη ώστε να στηρίξει μια πολιτική μαζικής παραγωγής δημοτικών κατοικιών.

Πολλές εκτάσεις έχουν άλλες χρήσεις, πολεοδομικούς περιορισμούς ή προορίζονται για κοινόχρηστους, κοινωφελείς, πράσινους ή υπερτοπικούς σκοπούς. Ακόμη και εκεί όπου η κατοικία επιτρέπεται πολεοδομικά, αυτό δεν σημαίνει ότι η γη ανήκει στον Δήμο, ότι είναι άμεσα διαθέσιμη ή ότι μπορεί γρήγορα να αποδώσει κατοικίες.

Αυτό δεν αποτελεί αποτυχία κανενός. Είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα που πρέπει να ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό.

Γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να περιοριστεί στην κατασκευή δημοτικών κατοικιών. Η πραγματική πρόκληση είναι να ενεργοποιηθεί ολόκληρο το στεγαστικό απόθεμα της πόλης και να αυξηθεί συνολικά η προσφορά προσιτής κατοικίας.

Ο Δήμος δεν πρέπει να λειτουργήσει μόνο ως παραγωγός κατοικιών.
Πρέπει να λειτουργήσει ως οργανωτής ενός ευρύτερου στεγαστικού οικοσυστήματος.

Το ΣΒΑΚ και το νέο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο πρέπει να γίνουν εργαλεία στεγαστικής πολιτικής.

Η Θεσσαλονίκη διαθέτει δύο κρίσιμα εργαλεία σχεδιασμού: το αναθεωρημένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) και το Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας (ΣΒΑΚ).

Το αναθεωρημένο ΓΠΣ καθορίζει τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και δημιουργεί το χωρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η πόλη. Δεν είναι ένα τεχνικό κείμενο που αφορά μόνο τους μηχανικούς και τις υπηρεσίες. Είναι η βάση πάνω στην οποία πρέπει να πατήσει κάθε σοβαρή πρόταση για κατοικία.

Το ΣΒΑΚ, από την άλλη πλευρά, δεν αφορά μόνο δρόμους, λεωφορεία, ποδηλατόδρομους και στάθμευση. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η καθημερινή ζωή στην πόλη.

Αν θέλουμε προσιτή κατοικία, πρέπει να τη συνδέσουμε με το μετρό, τις δημόσιες συγκοινωνίες, την πεζή μετακίνηση, το ποδήλατο και τις μικτές χρήσεις γης. Δεν έχει νόημα να δημιουργούμε κατοικίες σε σημεία που αυξάνουν την εξάρτηση από το Ι.Χ., επιβαρύνουν την κυκλοφορία και δημιουργούν νέα πίεση στάθμευσης.

Κάθε στεγαστική παρέμβαση πρέπει να απαντά σε απλά αλλά κρίσιμα ερωτήματα:

- Επιτρέπεται από τις χρήσεις γης;
- Εξυπηρετείται από μέσα μαζικής μεταφοράς;
- Μειώνει την ανάγκη χρήσης Ι.Χ.;
- Δημιουργεί ζωντανές μικτές γειτονιές;
- Αξιοποιεί υφιστάμενες υποδομές;

Η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να σχεδιάζεται χωριστά από την πολεοδομία και τις μετακινήσεις. Αν το κάνουμε αυτό, θα παράγουμε αποσπασματικές λύσεις σε μια πόλη που έχει ήδη πληρώσει ακριβά τον αποσπασματικό σχεδιασμό.

Η πανεπιστημιακή Θεσσαλονίκη χρειάζεται ειδική πολιτική

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς μια μεγάλη πόλη. Είναι πανεπιστημιακό κέντρο.

Η παρουσία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος δημιουργεί κάθε χρόνο σταθερή και αυξημένη ζήτηση για μικρές κατοικίες, στούντιο και διαμερίσματα συγκατοίκησης.

Η φοιτητική κατοικία δεν είναι μόνο θέμα των πανεπιστημίων. Είναι θέμα της ίδιας της πόλης.

Η πίεση που δημιουργείται στην αγορά μικρών κατοικιών επηρεάζει και άλλες ομάδες: νέους εργαζόμενους, μικρά νοικοκυριά, νέες οικογένειες. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα Σύμφωνο Φοιτητικής Στέγης με τη συμμετοχή του Δήμου, των πανεπιστημίων, της Πολιτείας, των γειτονικών δήμων και των ιδιωτών ιδιοκτητών.

Ένα τέτοιο σύμφωνο μπορεί να περιλαμβάνει πιστοποιημένα φοιτητικά διαμερίσματα, εγγυήσεις μίσθωσης, ανακαίνιση κλειστών κατοικιών, οργανωμένα σχήματα συγκατοίκησης και χωρική στόχευση κοντά σε μετρό και δημόσιες συγκοινωνίες.



Η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο παλιό δίλημμα «περισσότερο κράτος ή περισσότερη αγορά».

Η πόλη χρειάζεται μια πιο ώριμη σύνθεση.

Από τη μία πλευρά, η κοινωνία οφείλει να προστατεύει όσους πραγματικά αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή κατοικία.

Από την άλλη, η αξιοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, η μείωση της γραφειοκρατίας και τα σωστά κίνητρα μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την προσφορά κατοικίας.

Η κατοικία δεν είναι μόνο εμπόρευμα. Δεν είναι όμως ούτε αποκλειστικά κρατική παροχή. Είναι βασική προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής, παραγωγικότητας και ποιότητας ζωής.

Σε αυτό το σημείο έχει αξία να θυμηθούμε μια σκέψη που διαπερνά διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις: η ανάπτυξη έχει νόημα όταν υπηρετεί τον άνθρωπο και όταν χρησιμοποιεί με ευθύνη τους περιορισμένους πόρους της πόλης. Η γη, τα κτίρια, οι υποδομές και η δημόσια περιουσία δεν πρέπει να μένουν αδρανή, την ώρα που οι πολίτες δυσκολεύονται να βρουν σπίτι.

Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται έναν Δήμο που προστατεύει όσους έχουν ανάγκη, σέβεται την ιδιοκτησία, κινητοποιεί ιδιωτικούς πόρους και ζητά κοινωνικό αποτέλεσμα από την ανάπτυξη.

Δέκα προτάσεις για μια νέα στεγαστική πολιτική

1. Δημοτικό Παρατηρητήριο Στέγης και Ενοικίων

Ο Δήμος πρέπει να γνωρίζει τι συμβαίνει ανά γειτονιά: τιμές ενοικίων, διαθέσιμα μικρά διαμερίσματα, κενά ακίνητα, βραχυχρόνιες μισθώσεις, φοιτητική πίεση και σύνδεση με δημόσιες συγκοινωνίες. Χωρίς δεδομένα, η πολιτική γίνεται άσκηση εντυπώσεων.

2. Μητρώο Κενών και Ανενεργών Ακινήτων

Δεν μπορεί να μιλάμε για στεγαστική κρίση και ταυτόχρονα να υπάρχουν διαμερίσματα, όροφοι και κτίρια που μένουν κλειστά ή εγκαταλελειμμένα. Χρειάζεται καταγραφή, τεχνική υποστήριξη και μηχανισμός επιστροφής τους στη χρήση.

3. Πρόγραμμα εγγυημένης μακροχρόνιας μίσθωσης

Πολλοί ιδιοκτήτες αποφεύγουν τη μακροχρόνια μίσθωση επειδή φοβούνται ζημιές, καθυστερήσεις και νομικές περιπέτειες. Ο Δήμος, σε συνεργασία με ασφαλιστικούς ή χρηματοδοτικούς φορείς, μπορεί να μειώσει αυτό το ρίσκο με εγγυήσεις, κάλυψη φθορών και τυποποιημένες συμβάσεις, με αντάλλαγμα προσιτό μίσθωμα.

4. Κίνητρα ανακαίνισης με κοινωνικό αντάλλαγμα

Όποιος ιδιοκτήτης ανακαινίζει κατοικία και τη διαθέτει σε προσιτό ενοίκιο για συγκεκριμένο διάστημα πρέπει να έχει πρόσβαση σε τεχνική υποστήριξη, ενεργειακή αναβάθμιση, μικροχρηματοδότηση και ταχεία αδειοδότηση μικρής κλίμακας.

5. Σύμφωνο Φοιτητικής Στέγης με τα τρία πανεπιστήμια

Η φοιτητική κατοικία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ξεχωριστή κατηγορία στεγαστικής πολιτικής. Χρειάζονται πιστοποιημένα διαμερίσματα, εγγυήσεις μίσθωσης, οργανωμένη πλατφόρμα αντιστοίχισης φοιτητών και ιδιοκτητών και προγράμματα συγκατοίκησης.

6. Αξιοποίηση κενών γραφείων και επαγγελματικών χώρων

Σε περιοχές όπου το επιτρέπουν οι χρήσεις γης και οι τεχνικοί κανονισμοί, ο Δήμος πρέπει να υποστηρίξει τη μετατροπή κατάλληλων κενών γραφείων σε κατοικίες, με one-stop-shop για αλλαγές χρήσης, τεχνικό έλεγχο και γρήγορες εγκρίσεις.

7. Ρήτρα προσιτής κατοικίας σε μεγάλες νέες αναπτύξεις

Όπου δημιουργείται σημαντική υπεραξία από μεγάλες αναπτύξεις, ένα μέρος της πρέπει να επιστρέφει στην κοινωνία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ποσοστό κατοικιών σε προσιτό μίσθωμα είτε με εισφορά σε Ταμείο Προσιτής Κατοικίας.

8. Στοχευμένη κοινωνική κατοικία για πραγματική ανάγκη

Οι δημοτικές κατοικίες πρέπει να κατευθύνονται σε ευάλωτα νοικοκυριά, μονογονεϊκές οικογένειες, ΑμεΑ, χαμηλοσυνταξιούχους, νέες οικογένειες και ανθρώπους που δεν μπορούν να καλυφθούν από την αγορά. Με διαφάνεια, μοριοδότηση, χρονικό πλαίσιο και περιοδικό επανέλεγχο.

9. Υποχρεωτική αξιολόγηση κάθε στεγαστικής παρέμβασης με βάση ΣΒΑΚ και ΓΠΣ

Κάθε στεγαστική παρέμβαση πρέπει να αξιολογείται ως προς τη συμβατότητα με τις χρήσεις γης, την πρόσβαση σε μετρό και λεωφορεία, την ανάγκη στάθμευσης, τη δυνατότητα πεζής και ποδηλατικής μετακίνησης και την επίδραση στη λειτουργία της γειτονιάς.

10. Μητροπολιτικό Σύμφωνο Στέγης

Το στεγαστικό της Θεσσαλονίκης δεν σταματά στα διοικητικά όρια του Δήμου. Αφορά όλο το πολεοδομικό συγκρότημα. Χρειάζεται συνεργασία με τους Δήμους Καλαμαριάς, Νεάπολης-Συκεών, Παύλου Μελά, Αμπελοκήπων-Μενεμένης, Κορδελιού-Ευόσμου, Πυλαίας-Χορτιάτη, Θέρμης και Δέλτα. Μια μητροπολιτική πόλη χρειάζεται μητροπολιτική πολιτική στέγης.

Τι πρέπει να ζητήσουμε από την ειδική συνεδρίαση

Η ειδική συνεδρίαση δεν πρέπει να εξαντληθεί σε γενικές τοποθετήσεις.

Πρέπει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις:

- Ποια είναι η πλήρης καταγραφή της δημοτικής ακίνητης περιουσίας που μπορεί να αξιοποιηθεί για κατοικία;

- Ποια ακίνητα έχουν ώριμο ιδιοκτησιακό και πολεοδομικό καθεστώς;

- Πώς συνδέονται τα διαθέσιμα ακίνητα με το αναθεωρημένο ΓΠΣ, το ΣΒΑΚ, το μετρό και τις δημόσιες συγκοινωνίες;

- Ποια θα είναι τα κοινωνικά κριτήρια επιλογής δικαιούχων;

- Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα ανά ακίνητο και ανά πρόγραμμα;

- Ποιο είναι το κόστος, ποια η πηγή χρηματοδότησης και ποιος ο μηχανισμός παρακολούθησης;

- Πόσες κατοικίες θα παραδοθούν πραγματικά, σε ποιον χρόνο και για ποιες κοινωνικές ομάδες;

Αυτές οι απαντήσεις θα κρίνουν αν η συζήτηση θα μείνει στο επίπεδο της πρόθεσης ή αν θα μετατραπεί σε πολιτική πόλης.

Από τη διαχείριση στη στρατηγική

Η συζήτηση για τη στέγη ξεπερνά τα όρια μιας δημοτικής παράταξης και μιας δημοτικής θητείας.

Είναι μια συζήτηση για το μέλλον της Θεσσαλονίκης, για την ποιότητα ζωής των κατοίκων της και για τις ευκαιρίες των επόμενων γενεών.

Χρειάζεται περισσότερη διαθέσιμη κατοικία, καλύτερη αξιοποίηση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος, συνεργασία με τα πανεπιστήμια, τους ιδιοκτήτες, την Πολιτεία και τους γειτονικούς δήμους.

Κυρίως, χρειάζεται σχέδιο.

Με αυτή την παρέμβαση δεν θεωρούμε ότι εξαντλείται η συζήτηση. Αντίθετα, πιστεύουμε ότι τώρα αρχίζει.

Γι’ αυτό και ξεκινούμε τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης πρότασης πολιτικής για τη στεγαστική στρατηγική της Θεσσαλονίκης.

Στόχος μας είναι να συγκεντρώσουμε στοιχεία, να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία του αναθεωρημένου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου και του Σχεδίου Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας, να μελετήσουμε διεθνείς καλές πρακτικές και να συνεργαστούμε με ανθρώπους της επιστημονικής κοινότητας, της αγοράς και της αυτοδιοίκησης.

Θέλουμε να καταθέσουμε μια τεκμηριωμένη πρόταση που θα μπορεί να εφαρμοστεί και να αξιολογηθεί με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Όσοι πιστεύουν ότι μπορούν να συμβάλουν με στοιχεία, εμπειρία ή προτάσεις είναι ευπρόσδεκτοι σε αυτή την προσπάθεια.

Γιατί οι μεγάλες προκλήσεις των πόλεων δεν αντιμετωπίζονται με έτοιμες απαντήσεις.

Αντιμετωπίζονται με γνώση, συνεργασία και σχέδιο.

Υπάρχει καλύτερος τρόπος.